jukebox, η ποίηση στο τραγούδι

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

34 ~ Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

Ακούτε: Raven

του Αργύρη Κουνάδη
σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη

με τον Σπύρο Σακκά


(cd: λόγος μουσικός, μελοποιημένη ελληνική ποίηση - από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης)


In memoriam E. A. P.

Χρόνια σαν τα φτερά. Τι θυμάται τ'ακίνητο κοράκι;
τι θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στις ρίζες των δέντρων;
Είχαν ένα χρώμα τα χέρια σου σαν το μήλο που πέφτει.
Κι αυτή η φωνή που ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.

Εκείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζουν το πανί και τ' αστέρια
ακούνε τον αγέρα ακούνε πέρα απ' τον αγέρα την άλλη θάλασσα
σαν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δεν ακούνε
τίποτε άλλο, δεν ψάχνουν μέσα στους ίσκιους των κυπαρισσιών
ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δε γυρεύουν
κοιτάζοντας ένα κοράκι σ' ένα ξερό κλωνί, τι θυμάται.
Μένει ακίνητο πάνω στις ώρες μου λίγο πιο ψηλά
σαν την ψυχή ενός αγάλματος που δεν έχει μάτια
είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ' αυτό το πουλί
χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες
ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν
έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί
ένας ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.
Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τις ώρες μου. Τι θυμάται;
Είναι πολλές πληγές μέσα στους αόρατους ανθρώπους, μέσα του
πάθη μετέωρα περιμένοντας τη δεύτερη παρουσία
επιθυμίες ταπεινές που κόλλησαν πάνω στο χώμα
σκοτωμένα παιδιά και γυναίκες που κουράστηκαν την αυγή.
Τάχα να βαραίνει πάνω στο ξερό κλωνί τάχα να βαραίνει
πάνω στις ρίζες του κίτρινου δέντρου πάνω στους ώμους
των άλλων ανθρώπων, τις παράξενες φυσιογνωμίες
που δεν τολμούν να γγίξουν μια στάλα νερό βυθισμένοι στο χώμα
τάχα να βαραίνει πουθενά;
Είχαν ένα βάρος τα χέρια σου όπως μέσα στο νερό
μέσα στις θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς συλλογή
με την κίνηση κάποτε που διώχνουμε την άσκημη σκέψη
στρώνοντας το πέλαγο ως πέρα στον ορίζοντα στα νησιά.
Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ' απ' τη βροχή· τι θυμάται
η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό
σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάμνηση του ανθρώπου
ανάμεσα στην πληγή και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη,
σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή, έπεσε ο αγέρας
δε σώνει η δική μου πνοή, ποιος θα το μετακινήσει;
ανάμεσα στη μνήμη, χάσμα—ένα ξαφνισμένο στήθος
ανάμεσα στους ίσκιους που μάχουνται να ξαναγίνουν άντρας και γυναίκα
ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο στεκάμενη ζωή.

Είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα προς τον ύπνο του πελάγου
χαϊδεύοντας τ' όνειρο που ανέβαινε ήσυχα τη μαλαματένια αράχνη
φέρνοντας μέσα στον ήλιο το πλήθος των αστερισμών
τα κλεισμένα βλέφαρα τα κλεισμένα φτερά.

Κοριτσά, χειμώνας 1937

Ετικέτες

posted by Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ. at 29.9.08 0 comments

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2008

33 ~ Ευγένιος Αρανίτσης

Ακούτε: Τι είν' αυτό που σε φοβίζει

του Γιάννη Σπάθα
σε ποίηση Ευγένιου Αρανίτση

με τον Βασίλη Λέκκα


(cd: Βασίλης Λέκκας - Γιάννης Σπάθας, Σύντομα όνειρα)


Όλες σου οι γνώσεις
είναι οι φήμες και οι διαδόσεις που ακούς.
Σε μαγεύουν οι ανέσεις,
των σοφών οι υποθέσεις
και των άστρων οι προβλέψεις.

Φεύγουνε οι αιώνες
σαν αρχαίοι παγετώνες, σαν εικόνες.
Λες πως όλα είναι μύθοι
κι' όλο τρέχεις μες στα πλήθη
όμως δεν έχεις ξεφύγει
απ' αυτό που τόσο σε φοβίζει,
απ' αυτό που τόσο σε βασανίζει.

Πες μου τι 'ν' αυτό που σε φοβίζει
τι 'ν' αυτό που τόσο σε βασανίζει.

Χίλιες και μια νύχτες
σαν του ρολογιού τους δείχτες
τριγυρνούσες και σκεφτόσουν
το φεγγάρι, τους κομήτες και τον Άρη
και ποιος θα 'ρθει να σε πάρει.

Κόλπα κι απιστίες
κι απαραίτητες θυσίες στους γονείς σου
πάλι δεν θα καταφέρεις
την αγάπη να υποφέρεις
και θα ζεις χωρίς να ξέρεις
τι 'ν' αυτό που τόσο σε φοβίζει,
τι 'ν' αυτό που τόσο σε βασανίζει.

Πες μου τι 'ν' αυτό που σε φοβίζει,
τι 'ν' αυτό που τόσο σε βασανίζει.

posted by Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ. at 24.9.08 2 comments

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

32 ~ Νίκος Καββαδίας (1910-1975)

Ακούτε: Πικρία

του Θάνου Μικρούτσικου
σε ποίηση Νίκου Καββαδία

με τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα


(cds: Θάνος Μικρούτσικος, Γραμμές των οριζόντων & Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Παράλληλη δισκογραφία)


(Ξέχασα κείνο το μικρό κοτίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμώι,
και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου,
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τουε τα πολυκαιριασμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.)


Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας το κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδια μου και την πορεία στο χάρτη,
για ένα δυσεύρετο μικρό θαλασσινό κοχύλι.

Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Ρίο τη μαλαφράντζα
την πυρκαγιά που ανάψαμε μια νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μου 'δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και "Σε πονάει με τη νοτιά;" - Όχι, από αλλού πονάω.

Του τρατολόγου τον καημό, του ναύτη την ορφάνια
του καραβιού που κάθισε την πλώρη τη σπασμένη
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου που 'χα για περηφάνεια,
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ' Αμερική κι Ασία.
Σύρμα που εκόπηκε στα δυο και πώς να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει την προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι,
λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταξιδέψαν τα νησιά στον πόντο, τα Κανάρια.

(Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.)




τρεις ακόμα εκτελέσεις:


uploader: spidermarios



uploader: goutara77



uploader: soultana100

Ετικέτες ,

posted by Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ. at 19.9.08 0 comments

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

31 ~ Κ. Χ. Μύρης

Ακούτε: 1946 (Ο Γεροδάσκαλος)

του Γιάννη Μαρκόπουλου
σε ποίηση Κ.Χ. Μύρη (Κώστα Γεωργουσόπουλου)

με την Σπείρα Σπείρα


(cd: Όλοι μαύρα κι ένα πιάνο)


Ο γέρο δάσκαλος - ποιος τον θυμάται; -
τον ανεξύπνητον ύπνο κοιμάται
τον ξενυχτάνε δυο χωριανοί.
Οι νέοι σκόρπισαν στα καφενεία
δυο-τρεις που πήγανε στην εκκλησία
δε βγάλαν λόγο για τη θανή.

Ο ψάλτης βιάζονταν είχε βαφτίσια,
βουβά τον θάψανε στα κυπαρίσσια
και τον ξεχάσανε πολύν καιρό.
Ο δασοφύλακας τον άλλο χρόνο
κάρφωσε κάγκελα κι έφτιαξε μόνο
με δυο σανίδια ένα σταυρό.

Ένας αργόσχολος ειρηνοδίκης
βρήκε το κείμενο της διαθήκης
όπου διαβάσαμε το λόγο αυτό:
"Στον τάφο θα 'θελα σαν θα πεθάνω
πως ήμουν δάσκαλος να γράψουν πάνω.
Kαι δίχως λάθη παρακαλώ".


μία ακόμα εκτέλεση, παλαιότερη: με την Μαρία Δημητριάδη - από το cd "Η Μαρία Δημητριάδη τραγουδά τους μεγάλους συνθέτες"

Ετικέτες ,

posted by Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ. at 14.9.08 0 comments

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2008

30 ~ Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)

Ακούτε: Ο έρωτας (Του Αιγαίου)

του Ηλία Ανδριόπουλου
σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη

με την Άλκηστι Πρωτοψάλτη


(cd: Προσανατολισμοί)


Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι

Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του

Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.

Ετικέτες ,

posted by Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ. at 9.9.08 0 comments

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008

29 ~ Bertolt Brecht (1898-1956)

Ακούτε: Η Τζένη των πειρατών

του Κουρτ Βάιλ
σε ποίηση Μπέρτολτ Μπρεχτ
και μετάφραση Παύλου Μάτεσι

με την Χάρι Αλεξίου


(cd: η Χάρις Αλεξίου σε απρόβλεπτα τραγούδια. Διευθύνει ο Μάνος Χατζιδάκις)


Κύριοι μου καλοί, με πληρώνετε εδώ, και σας κάνω όλα τα γούστα και μου ρίχνετε πεντάρες και σας λέω ευχαριστώ στο φτηνό ξενοδοχείο στη φτηνή την προκυμαία και δεν ξέρετε σε ποια μιλάτε μα δεν ξέρετε σε ποια μιλάτε

Μα ένα βράδυ, βουητό στο λιμάνι κι όλοι λεν τι είν' αυτό το βουητό και αλλάζω τα σεντόνια και γελάω κι όλοι λεν αυτή γιατί γελάει.

Κι ένα μαύρο καράβι με πενήντα κανόνια στο λιμάνι έχει μπει.

Κύριοι μου καλοί σας λυπάμαι καθώς παζαρεύω ποιον θα πάρω για νυχτιά γιατί σε κρεβάτι απόψε δεν θα κοιμηθεί κανείς. Μα σας λέω την ταρίφα και γελάω κρυφά που δεν ξέρετε ποια είμ' εγώ, για μάθετε ποια είμ' εγώ.

Μα ένα βράδυ ουρλιαχτό στο λιμάνι κι όλοι λεν τι 'ναι αυτό το ουρλιαχτό. Και ορμάω στο παράθυρο με γέλια κι όλοι λεν τι πανηγυρίζει.

Και το μαύρο καράβι κατά πάνω στην πόλη τα κανόνια γυρνά.

Κύριοι μου καλοί τώρα πια δεν γελάτε τώρα η πόλη έχει γκρεμιστεί κι όλα τα βρωμόσπιτά σας τα γκρέμισαν σε μια νύχτα. Απομένει μονάχα το μπορντέλο τούτο δω κι απορείτε γιατί τ' άφησαν αυτό.

Μόνο το μπορντέλο στέκει όρθιο στη πόλη και ρωτάτε, ποιος να έμενε εδώ και θα βγω στην πόρτα εγώ σαν ξημερώσει και θα πείτε γι' αυτήν ήτανε λοιπόν.

Και το μαύρο καράβι τη σημαία σηκώνει να με υποδεχτεί.

Και κοντά μεσημέρι, εκατό μαύροι άντρες βγαίνουν από το καράβι και σας πιάνουν, και θα δέσουν μ' αλυσίδες όποιον είχα πελάτη και δεμένους μ' αλυσίδες θα σας φέρουνε μπροστά μου. Και θα με ρωτούν ποιανού κεφάλι θέλω, και θα με ρωτούν ποιανού κεφάλι θέλω. Κι όταν θα χτυπάει μεσημέρι στο λιμάνι θα ρωτάτε ποιος θα κρεμαστεί και θ' ακούσετε ν' αποφασίζω: όλοι. Κι απάνω στα κεφάλια σας θα πω: έτσι!

Και το μαύρο καράβι τα πανιά του ανοίγει και με παίρνει μακριά.

(από την Όπερα της πεντάρας)

Ετικέτες ,

posted by Κατερίνα Στρατηγοπούλου-Μ. at 5.9.08 0 comments